Μια σημαντική άγνωστη περιουσία της χώρας, που περιμένει την ανάδειξη
και την αναγνώρισή της, αποτελούν οι ελληνικές αυτόχθονες φυλές αγροτικών ζώων,
ωστόσο πολλές από αυτές είτε έχουν εξαφανιστεί είτε απειλούνται με εξαφάνιση.
Μεταξύ των αυτόχθονων φυλών βρίσκονται αυτές της Ηπείρου, όπως τα... άλογα
Πίνδου, τα πρόβατα Άρτας (Φριζάρτα), τα Καλαρρύτικα και του Κατσικά, που
βρίσκονται σε ευαίσθητη κατάσταση, η φυλή της Ορεινής Ηπείρου και τα
Σαρακατσάνικα που βρίσκονται σε επισφαλή κατάσταση, όπως και το αλογάκι της
Πίνδου.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, υπάρχει μια στροφή προς τις επιχειρηματικές επενδύσεις
στην κτηνοτροφία με τους επενδυτές να αντιμετωπίζουν το δίλημμα της επιλογής
μεταξύ ελληνικών αυτόχθονων φυλών ή φυλών του εξωτερικού.
Την απάντηση στο δίλημμα αυτό επιχείρησε να δώσει η επιστημονική ημερίδα που
οργάνωσε χθες η Ελληνική Ζωοτεχνική Εταιρία, με θέμα «Διατήρηση και διαχείριση
Ζωικών Γενετικών Πόρων: αναγκαιότητα και επένδυση ταυτόχρονα», αναδεικνύοντας
τα προβλήματα αλλά και τις προοπτικές για την κτηνοτροφία.
Η ημερίδα πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την Ένωση Μετακινούμενων
Κτηνοτρόφων Ηπείρου και αρωγοί στάθηκαν ο Δήμος Ιωαννιτών και η Περιφέρεια
Ηπείρου, με τον αντιδήμαρχο Γιώργο Βίνη να εκφράζει την στήριξη της δημοτικής
αρχής στον κτηνοτροφικό κόσμο και τον Περιφερειάρχη στον χαιρετισμό του να
καλεί τους επιστήμονες να βοηθήσουν τους κτηνοτρόφους ώστε να επενδύσουν σε
ποιοτικά προϊόντα.
«Θεωρούμε ότι η εκτροφή ζώων που στο ελληνικό περιβάλλον γενικότερα, αλλά και
στις επιμέρους περιοχές και συνθήκες της χώρας μας, αποδίδουν σε μόνιμη βάση το
μέγιστο της παραγωγής τους, αποτελεί θεμελιώδη επιλογή για την επίτευξη του
στόχου και η Γενετική Βελτίωση έχει τον πρώτο λόγο σε αυτό», σημείωσε ο
Πρόεδρος της Εταιρίας καθηγητής Γεώργιος Ζέρβας.
Οι αυτόχθονες ελληνικές φυλές έχουν μοναδικά χαρακτηριστικά όπως η
ανθεκτικότητα σε αντίξοο περιβάλλον, η δυνατότητα αξιοποίησης των πτωχών,
άγονων εκτάσεων και βοσκοτόπων που υπάρχουν σε πολλές περιοχές, η αντίσταση σε
ασθένειες και παράσιτα, η ικανότητα επιβίωσης με περιορισμένη ποσότητα τροφής
και νερού και η δυνατότητα παραγωγής προϊόντων, κυρίως γάλακτος και κρέατος, με
μοναδικά χαρακτηριστικά. «Για τους λόγους αυτούς, οι αυτόχθονες ελληνικές φυλές
έχουν μεγάλη οικονομική σημασία», σημείωσε ο Καθηγητής του Τμήματος Επιστήμης
Ζωικής Παραγωγής Ιωσήφ Μπιζέλης, μιλώντας για τις αυτόχθονες φυλές.
Ωστόσο τα προβλήματα είναι πολλά και πέρα από τις ανεξέλεγκτες διασταυρώσεις
αλλά και την «απαξίωσή» τους, δεν έχουν επιτύχει σε μεγάλο βαθμό ούτε τα χρηματοδοτούμενα
προγράμματα διατήρησης και διάσωσης, για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων η
ελλιπής καταγραφή και μελέτη και το γεγονός πως η πλειονότητα των σπάνιων φυλών
εκτρέφεται παραδοσιακά και δεν πληροί τις γραφειοκρατικές προϋποθέσεις των
προγραμμάτων επιδότησης.
Τα μέτρα που προτείνουν οι ειδικοί, είναι η μελέτη των φυσιολογικών και
παραγωγικών ιδιοτήτων, η γενετική πιστοποίηση με τη χρήση γονιδιακής
τεχνολογίας, ο έλεγχος αποδόσεων και εφαρμογή προγραμμάτων γενετικής βελτίωσης,
η βελτίωση συνθηκών ή και αλλαγή παραγωγικού συστήματος εκτροφής τους, η
αξιοποίηση παραγόμενων ποιοτικών προϊόντων και σύνδεσή τους με τις κατάλληλες
αγορές, η χρησιμοποίησή τους για την παραγωγή βιολογικών προϊόντων, η ίδρυση
φορέων διατήρησης - προώθησης και διαφήμισης της φυλής και η στήριξη των
σπάνιων φυλών, ανάλογα με τον κίνδυνο εξαφάνισής τους.
«Οι ελληνικές αυτόχθονες φυλές αγροτικών ζώων, μια σημαντική άγνωστη περιουσία
της χώρας μας, περιμένουν την αναγνώριση και την ανάδειξή τους. Οι περισσότερες
σβήνουν αργά και σιωπηλά, χωρίς κάποιος να νοιάζεται για αυτές. Θα μπορούσαν να
πιστέψουν σε αυτές τα Πανεπιστήμια και τα Ερευνητικά Ιδρύματα, η πολιτεία με
τις διάφορες υπηρεσίες και τους φορείς της και βέβαια οι τοπικές κοινωνίες και
οι κτηνοτρόφοι», κατέληξε ο κ. Μπιζέλης.
ΑΝΑΡΧΕΣ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
Το 2013, σύμφωνα με τον Προϊστάμενο του Κέντρου Γενετικής Βελτίωσης Ζώων
Δημήτρη Παππά, εκτρέφονταν περίπου ένα εκατομμύριο αιγοπρόβατα, τα οποία στο
μεγαλύτερο ποσοστό τους, περίπου 90%, ήταν προϊόντα άναρχων διασταυρώσεων, ενώ
απειλούνταν με εξαφάνιση ντόπιες φυλές, όπως η Καλαρρύτικη, η Σαρακατσάνικη και
του Κατσικά.
Σήμερα, στην περιοχή ευθύνης του Κέντρου έχουν ενταχθεί στη δράση διατήρησης
απειλούμενων φυλών αγροτικών ζώων πέντε κτηνοτρόφοι με 391 βοοειδή της
βραχυκερατικής φυλής, 13 κτηνοτρόφοι με 2.943 πρόβατα των παραπάνω φυλών, δύο
χοιροτρόφοι με 50 εγχώριους ελληνικούς χοίρους και πέντε εκτροφείς με 156
ίππους της φυλής Πίνδου.
«Παρά τα προβλήματα που εμφανίστηκαν, το εφαρμοζόμενο πρόγραμμα είχε σημαντική
συνεισφορά στη διάσωση - διατήρηση των αυτόχθονων φυλών. Ωστόσο υπάρχουν ακόμη
περιθώρια βελτίωσης αλλά και εμπλουτισμού του με άλλες δράσεις που θα
αξιοποιούν πλήρως τις δυνατότητες των φυλών για τις οποίες προηγουμένως θα
έχουν καθοριστεί και αναδειχθεί τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα Προς την
κατεύθυνση αυτή η συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων κρίνεται επιβεβλημένη»,
σημείωσε ο κ. Παππάς.
ΤΟ ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ
Πολύτιμο γενετικό υλικό αλλά και μια ανεκτίμητη εθνική κληρονομιά από
ιστορική και πολιτιστική άποψη, χαρακτηρίζεται το αλογάκι της Πίνδου, μια από
τις ιππικές φυλές της χώρας που εξελίχθηκε στους ορεινούς όγκους και ιδιαίτερα
της Πίνδου, ενώ χρησιμοποιούνταν στην γεωργία, κτηνοτροφία, μεταφορές και
εμπόριο, λόγω της αντοχής τους σε δύσκολες συνθήκες.
Σήμερα είναι ενταγμένα στο πρόγραμμα σπάνιων φυλών συνολικά 164 εκτροφές με
3.188 αλογάκια και αν και πλέον είναι πολυάριθμη φυλή, αυτό δεν εφησυχάζει
καθώς οι ανεξέλεγκτες συζεύξεις μπορούν να οδηγήσουν στην απώλεια πολύτιμου
γενετικού υλικού και στην εξαφάνιση των ποιοτικών χαρακτηριστικών του.
