Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Παγκόσμια ημέρα βιοποικιλότητας

των Ηλία Θ. Ντούφα & Αικατερίνης Χ. Ιωάννου*
Παγκόσμια ημέρα Βιοποικιλότητας η 22α Μαΐου και θέμα για τη φετινή γιορτή είναι η Βιοποικιλότητα και ο Αειφόρος Τουρισμός.  
Ο λόγος αυτής της επιλογής δεν είναι τυχαίος, καθώς το 2017 έχει ονομαστεί Διεθνές Έτος Αειφόρου Τουρισμού για την Ανάπτυξη, όπως διακηρύχθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στο ψήφισμα 70/193 και στο οποίο συμμετέχει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού των Ηνωμένων Εθνών.
Η γιορτή της Διεθνούς Ημέρας Βιοποικιλότητας, υπό το πλαίσιο του συγκεκριμένου θεματικού πεδίου, αποτελεί...
εφαλτήριο ευαισθητοποίησης και δράσης του κοινού, ώστε να γίνει κατανοητή η σημαντική συμβολή του βιώσιμου τουρισμού τόσο στην οικονομική ανάπτυξη, όσο και στη διατήρηση και την αειφόρο χρήση της βιοποικιλότητας.  Επιπλέον, το θέμα προτρέπει στην ενεργή συμβολή σε τρέχουσες πρωτοβουλίες, όπως το Πρόγραμμα Αειφόρου Τουρισμού του δεκαετούς πλαισίου προγραμμάτων της CBD (Convention on Biological Diversity) για τα μοντέλα βιώσιμης κατανάλωσης και παραγωγής, ώστε να προωθηθούν οι κατευθυντήριες γραμμές για τη βιοποικιλότητα και την ανάπτυξη του τουρισμού.

Ο τουρισμός σχετίζεται με πολλούς από τους είκοσι (20) στόχους της βιοποικιλότητας Aichi.  Ορισμένοι στόχοι στρέφονται πρωτίστως στη διασφάλιση μεγαλύτερου ελέγχου και τρόπων διαχείρισης για τη μείωση των ζημιών στη βιοποικιλότητα από τον τουρισμό.  Άλλοι στόχοι προωθούν τη θετική συμβολή του τουρισμού στην ευαισθητοποίηση για τη βιοποικιλότητα, στις προστατευόμενες περιοχές, στην αποκατάσταση των οικοτόπων, στην εμπλοκή της κοινότητας και στην κινητοποίηση των πόρων.
Η βιοποικιλότητα αυξάνεται ή μειώνεται μέσα από διάφορες εξελικτικές διαδικασίες.  Αλλαγές στα φυσικά οικοσυστήματα επήλθαν κατόπιν μακροχρόνιων ανθρωπογενών επεμβάσεων, όπως η εκμετάλλευση της υπαίθρου για γεωργικές και κτηνοτροφικές χρήσεις.  Αιτίες της απώλειας της βιοποικιλότητας είναι η καταστροφή σημαντικών βιοτόπων με αποτέλεσμα την υποβάθμιση και την κατάτμηση ενδιαιτημάτων.  Επιπλέον, η μη αειφορική άσκηση παραγωγικών δραστηριοτήτων, η λαθροθηρία, η εισαγωγή ξένων ειδών, η κλιματική αλλαγή, η ρύπανση του εδάφους, του νερού και της ατμόσφαιρας εντείνουν το πρόβλημα.
Το δάσος εξασφαλίζει κατάλληλες συνθήκες για τη διατροφή, προστασία και διατήρηση του ζωικού βασιλείου του, όπως και για τη διατήρηση μεγάλου αριθμού φυτικών ειδών.  Η βιοποικιλότητα δεν είναι μόνο μια επιστημονική έννοια· είναι στενά συνδεδεμένη με αξίες.  Ο όρος δίνει έμφαση στη διάσωση φυτικών και ζωικών ειδών. Η βιοποικιλότητα των δασών λειτουργεί ως φυσική τράπεζα γονιδίων φυτικού και ζωικού κόσμου, αποτελώντας αστείρευτο απόθεμα γνώσεων δασολογίας, ιατρικής, γεωργίας, βιομηχανίας κλπ., ικανές να συμβάλλουν στην παραγωγή νέων μορφών προϊόντων (π.χ. δασολογικών προϊόντων, φαρμάκων, βιομηχανικών προϊόντων κ.ά.).  Η συνειδητοποίηση της ανάγκης προστασίας της βιοποικιλότητας οδήγησε στη δημιουργία Προστατευόμενων Περιοχών.
Οι προστατευόμενες περιοχές, μετά τη θεσμοθέτησή τους, διασφαλίζουν τη βλάστηση και ελαχιστοποιούν την όχληση από τη χρήση γης, ωστόσο η κάλυψη εξακολουθεί να είναι ανεπαρκής, επειδή πολλά ενδημικά και απειλούμενα είδη βρίσκονται εξ’ ολοκλήρου έξω από το παγκόσμιο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών.  Ωστόσο, οι προστατευόμενες περιοχές έχουν γενικά υψηλότερες αξίες βιοποικιλότητας σε σχέση με περιοχές που συγκρίθηκαν και βρίσκονται εκτός προστατευόμενων ορίων.
Η Ελλάδα θεωρείται η πλουσιότερη σε βιοποικιλότητα χώρα της Ευρώπης λαμβάνοντας υπ’ όψιν την έκτασή της.  Μεταξύ των βασικών τύπων οικοσυστημάτων που συναντώνται συγκαταλέγονται θαλάσσια οικοσυστήματα, λιμνοθάλασσες, ύφαλοι, παραλιακά έλη και αλίπεδα, αλμυρές στέπες, χαλικώδεις και αμμώδεις ακτές, αμμοθίνες, βραχώδεις ακτές, ρέοντα ύδατα, στάσιμα ύδατα, τέλματα και έλη, παραποτάμια δάση, φρύγανα, μακί, ξηρά λιβάδια, υγρολίβαδα, αλπικοί και υποαλπικοί λιβαδικοί σχηματισμοί, φυλλοβόλα δάση, μεσογειακά δάση κωνοφόρων, ορεινά δάση κωνοφόρων, υποαλπικά δάση κωνοφόρων, σκληρόφυλλοι δενδρώνες, σάρες, εσωτερικοί βραχώδεις σχηματισμοί, εσωτερικά σπήλαια και ηφαιστειακά πεδία.
Στη χώρα μας υπάρχουν αυτόχθονα πρωτογενή είδη ψαριών του γλυκού νερού, σημαντικός αριθμός των οποίων είναι ενδημικά στα λιμνοποτάμια υδάτινα συστήματα, όπως και ενδημικά υποείδη.  Υπάρχουν ενδημικά είδη ερπετών και ενδημικά υποείδη αμφιβίων και ερπετών, ενώ δεν υπάρχουν ενδημικά είδη πτηνών.
Η φυτοβιοποικιλότητα διαιρείται αφ’ ενός μεν σε δέντρα και θάμνους, τα οποία είναι κωνοφόρα (θερμόβια και ψυχρόβια) και πλατύφυλλα (αείφυλλα και φυλλοβόλα), αφ’ ετέρου δε υπάρχουν πόες και φρύγανα (ετήσια και πολυετή).
Στην Ελληνική επικράτεια έχουν οριοθετηθεί Εθνικοί Δρυμοί, που αποτελούν περιοχές φυσικού πλούτου, καθώς επίσης Εθνικά πάρκα και Εθνικά θαλάσσια πάρκα με στόχο την προστασία οικολογικά ευαίσθητων περιοχών, όπου ο τουρισμός παρουσιάζει ραγδαία ανάπτυξη.  Ενδεικτικά να αναφέρουμε περιοχές ιδιαίτερου επιστημονικού, οικολογικού και τουριστικού ενδιαφέροντος όπως είναι η Πάρνηθα, ο Παρνασσός, οι Πρέσπες, η λίμνη Κερκίνη, ο Αμβρακικός, η Ζάκυνθος και η Αλόννησος. 
Παράλληλα, υπάρχουν Φορείς Διαχείρισης που σκοπό έχουν την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με την προστασία και τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος.  Οι επισκέπτες καλούνται να υιοθετήσουν νέα πρότυπα συμπεριφοράς απέναντι στο περιβάλλον, να πληροφορηθούν για τα οικοσυστήματα, να ενεργοποιηθούν, να εξασκηθούν στην παρατήρηση κατόπιν περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και να κατανοήσουν ότι είναι αναγκαία η συνεργασία στην προστασία του περιβάλλοντος.  
Ο τουρισμός σε περιοχές με οικολογικό ενδιαφέρον δύναται να βοηθήσει στην ενίσχυση των εισοδημάτων των κατοίκων της περιοχής και μπορεί να δώσει πνοή στην απομονωμένη Ελληνική ύπαιθρο.  Τα ελκυστικά τοπία με πλούσια βιοποικιλότητα αποτελούν παράγοντα της τουριστικής οικονομίας· η αναγνώριση, από την πλευρά της πολιτείας, της σημασίας που έχουν για τις τουριστικές οικονομίες οδηγούν στη χάραξη οικονομικής πολιτικής για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.  Ο αριθμός των θεμάτων που βρίσκονται υπό το πλαίσιο της Σύμβασης για τη Βιολογική Ποικιλότητα επηρεάζουν άμεσα τον τουριστικό τομέα.  Η ορθολογική οργάνωσή του μπορεί να συμβάλει στη μείωση των απειλών και να διατηρήσει ή να αυξήσει τους βασικούς πληθυσμούς άγριας πανίδας και βιοποικιλότητας μέσω των εσόδων από τον τουρισμό, δημιουργώντας οικονομικά οφέλη, ιδιαίτερα για τους κατοίκους της περιοχής.
Υπάρχουν πολλά παραδείγματα επενδύσεων οικολογικού τουρισμού που παράγουν εισοδήματα για τις τοπικές κοινότητες και βελτιώνουν τις τοπικές στάσεις απέναντι στην αειφορία.   Παρόλα αυτά, η οικονομική ανάπτυξη περιορίζεται από διάφορους παράγοντες, όπως είναι οι επαρχιακές περιοχές και ο μικρός αριθμός ατόμων που εμπλέκονται, τα περιορισμένα κέρδη, οι αδύναμοι δεσμοί μεταξύ της αύξησης της βιοποικιλότητας και της εμπορικής επιτυχίας, καθώς και ο ανταγωνιστικός και εξειδικευμένος χαρακτήρας της συγκεκριμένης τουριστικής βιομηχανίας.
Επιτυχημένες δραστηριότητες συνεπάγονται ελάχιστες αλλαγές στις υπάρχουσες τοπικές πρακτικές χρήσης γης και πόρων, παρέχουν μέτριο οικονομικό συμπλήρωμα, ενώ οι κοινότητες δράσης παραμένουν εξαρτώμενες από την υποστήριξη της πολιτείας για μεγάλες χρονικές περιόδους, αν όχι απεριόριστα.  Οι επενδύσεις στον τομέα του τουρισμού θα μπορούσαν να αξιολογηθούν θετικά σε περιπτώσεις όπου οι μικρές αλλαγές και τα κέρδη μπορούν να αποφέρουν κοινωνικά οφέλη, όμως απαιτούν μακροπρόθεσμη δέσμευση χρηματοδότησης.
Καταληκτικά, κρίνεται απαραίτητη περαιτέρω διεύρυνση ενεργειών για καλύτερη ενσωμάτωση της βιοποικιλότητας και της βιωσιμότητας στις αναπτυξιακές πολιτικές και στα επιχειρηματικά μοντέλα που περιλαμβάνουν τον τουρισμό. Η Ελληνική βιοποικιλότητα είναι ιδιαιτέρως πλούσια και ελκυστική, αλλά μια εθνική τουριστική πολιτική δεν μπορεί να βασιστεί απλώς σε εκτιμήσεις μετρήσιμων επιπτώσεων του τουρισμού στη βιοποικιλότητα.  Οι δράσεις πρέπει να είναι εφικτές, να ακολουθούν τις αρχές της νομιμότητας και να είναι αποτελεσματικές.  Οι όποιες παρεμβάσεις πρέπει να ακολουθούν συγκεκριμένους σκοπούς.  Η οικονομική ανάπτυξη μιας περιοχής, έστω και μέσω του οικοτουρισμού, δεν αποτελεί συγχρόνως και εγγύηση για την προστασία της βιοποικιλότητας.
Γι’ αυτό το λόγο, εισηγήσεις μικρών ντόπιων επιχειρήσεων για την ανάπτυξή τους θα πρέπει να ελέγχονται σοβαρά τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο.  Η επικαιροποίηση και κωδικοποίηση του προστατευτικού, νομικού πλαισίου και ιδιαιτέρως η εφαρμογή του ασκώντας επιτήρηση, ελέγχους και κυρώσεις για τους παραβάτες είναι αναγκαίες προτεραιότητες για την διασφάλιση της αειφορίας της βιοποικιλότητας.

*Ηλίας Θ. Ντούφας Δασολόγος – Περιβαλλοντολόγος ΑΠΘ, MSc, Διδάκτορας Μηχανικός ΕΜΠ
*Αικατερίνη Χ. Ιωάννου Φιλόλογος – Ειδικού Τουρισμού, MSc ΕΚΠΑ