Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Κ. Τασούλας: Χρέος να κατακτήσουμε αναίμακτα το δικό μας Μπιζάνι

Ο Πρόεδρος της Βουλής Κώστας Τασούλας, αναφέρθηκε σε μικρές και μεγάλες στιγμές, γνωστές και άγνωστες πτυχές μέσα από τις οποίες γεννήθηκε η σημερινή Ελλάδα κατά την σημερινή πανηγυρική ομιλία για την Απελευθέρωση των Ιωαννίνων  στην αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου. 
Αναλυτικά η ομιλία του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων Κωνσταντίνου Αν. Τασούλα, Βουλευτού Νομού Ιωαννίνων Ν.Δ. για την 107η επέτειο της Απελευθέρωσης των...

Ιωαννίνων
«Της Μεγάλης ταύτης Ιδέας
Η σημερινή πανηγυρική συγκέντρωση, αφορμή έχει μια μεγάλη πράξη πολεμικής ανδρείας και όχι μόνον, την απελευθέρωση των Ιωαννίνων από τα Ελληνικά Στρατεύματα την 21η Φεβρουαρίου 1913. Οι οροσειρές από του Δρίσκου μέχρι της Αετορράχης και μέχρι της Ολύτσικας θα μας θυμίζουν πάντα τους γενναίους, οι οποίοι υπό την ηγεσία του τότε Διαδόχου Κωνσταντίνου, υπό την ηγεσία των εξαιρέτων αξιωματικών Διονυσίου Παπαδόπουλου, Ιωάννη Βελησάριου και Γεωργίου Ιατρίδη, αναρριχήθηκαν μαχόμενοι στις κορυφές τους για να συρρεύσουν κατόπιν ως χείμαρρος στην προ των Ιωαννίνων πεδιάδα.
Άλλοι αρμοδιώτεροι από εμένα, σε άλλες επετείους ή και άλλες ευκαιρίες, περιέγραψαν τους ηρωικούς εκείνους αγώνες, τη στρατηγική δεξιοτεχνία του όλου εγχειρήματος, το θάρρος, την ταχύτητα, την ακρίβεια εν τη εκτελέσει. Δεν θα ήθελα σήμερα να αναφέρω πράγματα κατ’ επανάληψη και κατ’ αριστοτεχνικό τρόπο λεχθέντα. Για τον λόγο αυτό, καίτοι η σημερινή συγκέντρωση έχει ως αφορμή το συγκεκριμένο εκείνο επίτευγμα, δεν θα σταθώ στενά σε αυτό, ούτε και στην ανάλυση γενικώτερα της ανδρείας, η οποία το ελάμπρυνε, αλλά θα επιχειρήσω να στρέψω την προσοχή σας, πέραν της ανδρείας, προς άλλους ευρύτερους διαλογισμούς και σκέψεις που είναι όμως σχετικοί και γενεσιουργοί τόσο του άθλου του Μπιζανίου, όσο και του άθλου που οι σημερινές γενεές «ημείς οι νυν παρόντες» καλούμεθα να εκπληρώσουμε έναντι του χρέους προς εκείνους που απελευθέρωσαν την πρωτεύουσα της Ηπείρου, το χειμώνα του 1912-13.
Ποια ήταν η Ελλάδα τότε και ποια σήμερα. Ποια η Ήπειρος τότε και ποια σήμερα. Ποιοι οι Έλληνες τότε και ποιοι σήμερα 107 χρόνια μετά. Πώς επιτέλεσαν εκείνοι το χρέος προς την πατρίδα και τι μπορούμε και πρέπει εμείς να κάνουμε σήμερα, και ειδικότερα οι νεώτερες γενεές της ειρήνης, της ευμάρειας, αλλά και της χρεοκοπίας οι γενεές στην οποία έχει την τύχη να ανήκει και ο ομιλών, που δεν γνώρισαν στα νιάτα τους την Ψωροκώσταινα των πατέρων και παππούδων μας, και που σιγά – σιγά τους διαδέχθηκαν και κυριαρχούν στην κοινωνία, στην παιδεία, στην οικονομία, την πολιτική, στις Ένοπλες Δυνάμεις, παντού.
Ποια ήταν και πώς επικρατούσε τότε η Μεγάλη Ιδέα του Έθνους μας, εκείνη που δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να έλθει «το ελληνικόν» και πάλι στην Ήπειρο, και ποια είναι σήμερα τα σχέδιά μας, οι επιδιώξεις μας των Ηπειρωτών, που βλέπουμε ένα νέο Μπιζάνι άπαρτο ακόμη, εκείνο της ελλείψεως ισότιμης ανάπτυξης της ιδιαίτερης πατρίδος μας.
Ας δούμε πρώτα τον μύθο της Νέας Ελλάδας, εκείνον που γέννησε και τη σημερινή επέτειο.
Η κυρίως νεοελληνική ιστορία μπορεί κανείς να πει πως αρχίζει περίπου 270 χρόνια πριν από την εποχή μας, στα μισά του 18ου αιώνα. Στην απέραντη έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατοικούσε, λησμονημένος από την Ευρώπη, ένας λαός με ελληνική γλώσσα, ορθόδοξη θρησκεία και θολές αναμνήσεις από εθνικά μεγαλεία. Ο λαός αυτός είχε κυβερνήσει αρκετούς αιώνες το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος και του είχε δώσει, σιγά – σιγά, τον δικό του εθνικό χαρακτήρα. Τα μέλη του λαού αυτού λεγόντανε «Ρωμαίοι», όμως, το Κράτος είχε γίνει ελληνικό. Κατόπι οι ελληνόγλωσσοι «Ρωμαίοι», οι Βυζαντινοί όπως του λέμε σήμερα, ξέπεσαν σε παρακμή και η Τουρκοκρατία τους σκέπασε σαν στρώμα από χιόνι.  Η Τουρκοκρατία…  Σεισμός μέγας, πάταγος κατακρημνίσεως, εσάλευσε τον νούν του ανθρώπου και τώρα εμείς αναλογιζόμαστε με δέος την στιγμή της αλώσεως και της πτώσεως της Βασιλίδος!  Εμαράνθη το άνθος της καρδίας μας. Επεσεν ο στέφανος από την κεφαλήν μας.  Ετούτος ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος δεν εστάθηκε κανένας ευτυχισμένος στην ζωή του! Τον μοιρολόγησαν από τα Βαλκάνια έως στην Κύπρο. 


Ω Βασιλεύ παμφρόνιμε κακόν ριζικόν οπού είχες.
Να ‘χε αστράψει ο ουρανός, να’ χεν καεί η ώρα
ήλιος, σελήνη μηδαμού να μην είχεν ανατείλει
και τέτοια ημέρα μελανή να μη είχεν ανατείλει.
Από τότε ωσάν να μην εξημέρωσε ποτέ.  Γιατί οι μέρες μας είναι ωσάν τις νύκτες.  Τα τραγούδια μας εγίνηκαν ωσάν μοιρολόγια.  Το χρυσοκέρινο πρόσωπο της Παναγίας έγινε φαρμακωμένο, οι Αγιοί μας κοιτάζουν συλλογισμένοι και παραπονεμένοι, τα χωριά μας είναι ωσάν μοναστήρια, τα σπίτια μας ωσάν ερημοκλήσια, οι μανάδες και οι αδελφάδες μας είναι ωσάν καλόγριες μαυροφορεμένες.
Το θαύμα όμως θα συντελεσθεί. Από τον μέγαν αφανισμό, μέσα στην απέραντη σιωπή της δουλείας πλάθεται η ψυχή της ρωμιοσύνης και αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι κριτές είναι χρέος μας να αποδώσουμε τον αρμόζοντα έπαινο στις γενιές που επορεύθησαν στα χρόνια της τουρκοκρατίας.  Βήμα προς βήμα από την απελπισία και την κατάπληξη, από το δέος και την οδύνη, επροχώρησαν για να οικοδομήσει το ταλαίπωρο γένος τα πάντα απ’ αρχής.
Η Ορθοδοξία καταφυγή και στήριγμα, η κοινοτική αυτοδιοίκηση, ύστερα όμως και το εμπόριο, τα μεγάλα αρχοντικά, τα καράβια, η παιδεία και ο διαφωτισμός, αθλήματα όλα του υπόδουλου ελληνισμού είναι εκείνα που προετοίμασαν και οδήγησαν τελικώς στην έκρηξη της επαναστάσεως του ’21.
Τρεις λοιπόν αιώνες μετά την Άλωση της Πόλης από τους Τούρκους, ο αρχαίος αυτοκρατορικός βυζαντινός λαός άρχισε πάλι να ζει, να κινείται, να στοχάζεται, να αγωνίζεται. Όμως, δεν ήταν πια ακριβώς ο ίδιος λαός. Μέσα στη φοβερή δοκιμασία, είχε ανανεωθεί βαθύτατα και παρουσιαζότανε ξανά, στο προσκήνιο της ιστορίας, με νεανική και αισιόδοξη ιδιοσυγκρασία, με δροσερό πνεύμα, με ιδιορρυθμίες που δεν είχε πριν, σαν λαός σχεδόν καινούργιος, σαν λαός νεοελληνικός.

Ένας άνεμος αναδημιουργίας πνέει τότε σε όλες τις ελληνικές χώρες και στις πολυάριθμες παροικίες της Διασποράς, πλούτος κυκλοφορεί ζωηρά, πολιτείες ανθίζουν, οι Έλληνες ξαναβρίσκουν την πατροπαράδοτη κλίση τους προς τις ναυτικές τέχνες. Μια αξιόλογη ελληνική ναυτιλία, αρχίζει να οργώνει τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Ελληνικές επιχειρήσεις φυτρώνουν ολοένα σε πολλές πολιτείες της Ευρώπης, η ελληνική παιδεία προκόβει στο εσωτερικό και το εξωτερικό, βιβλία τυπώνονται πολυάριθμα, τα εθνικά ιδανικά φουντώνουν. Στην Παλαιά Ελλάδα, οι Κλέφτες κι οι Αρματολοί αρχίζουν κιόλας να σχηματίζουν έναν αξιόμαχο εθνικό στρατό. Στην περιοχή του πνεύματος, επιβλητικές φυσιογνωμίες εκφράζουν με έργα και πράξεις το ξύπνημα του Ελληνισμού: ο Ευγένιος Βούλγαρης, φίλος του Φειδερίκου της Πρωσσίας και της Μεγάλης Αικατερίνης, ο Αδαμάντιος Κοραής, φιλόλογος με παγκόσμιο κύρος, ο επαναστάτης ποιητής Ρήγας Φεραίος, πρωτομάστορας της ελληνικής ανεξαρτησίας.  Τα εκπαιδευτήρια και οι σχολές των Ιωαννίνων φώτιζαν όλο τον ελληνισμό. Ζωσιμαία, Καπλάνειος, , Μαρούτσειος με δασκάλους του γένους τους Γ. Γεννάδιο, Νεοφ. Δούκα, Αθ. Ψαλίδα, Μεθόδιο Ανθρακίτη κ.α. Νιώθει κανείς, τα χρόνια εκείνα, πως πλησιάζει το πλήρωμα του καιρού, πως η Ελλάδα ανασταίνεται. Απότομα, στις αρχές του 19ου αιώνα, διαμορφώνεται η ιστορική γενεά που μέλλει, με φοβερούς αγώνες, να ελευθερώσει μια γωνιά της ελληνικής γης και να ιδρύσει ξανά Κράτος ελληνικό.
Το μικρό, ωστόσο, Κράτος που βγήκε από την Επανάσταση του 1821 δεν μπορεί κανείς να πει πως ήταν μια πλήρης εκπλήρωση εν σχέσει με τις προσδοκίες, εν σχέσει με τη Μεγάλη Ελλάδα.
Όμως, παρ’ όλα αυτά, ο εθνικός οργανισμός βρισκότανε σε προκοπή. Σε όλη την Τουρκία, στις παραδουνάβιες χώρες, στη νότια Ρωσία, στην Αίγυπτο, στην Ήπειρο, ο Ελληνισμός αναπτυσσότανε, πλούτιζε και καλλιεργούσε τη Μεγάλη Ιδέα, με τα βλέμματα στραμμένα προς το μικρό ελεύθερο Κράτος, το φυσικό πια πυρήνα του νεοελληνικού αλυτρωτισμού. Η Μεγάλη Ιδέα είχε γεννηθεί στην ψυχή του λαού αμέσως μετά την Άλωση της Πόλης.


Στην πραγματικότητα και για την ακρίβεια είχε γεννηθεί λίγο πριν μαζί τα πρώτα σκιρτήματα του Νέου Ελληνισμού, στον 13ο αιώνα, δηλαδή μαζί με την πτώση του Βυζαντίου από τους Φράγκους και της ίδρυσης των δεσποτάτων της Ηπείρου, της Νικαίας και του Μορέως.
Αναζητώντας κανείς τις ρίζες της Μεγάλης Ιδέας, σταματά στην πολιτική των Αυτοκρατόρων της Νικαίας, αντικείμενο της οποίας υπήρξε η ανασύσταση του Βυζαντινού Κράτους. Εις τον λόγον του θρόνου, τον οποίο ο Θεόδωρος ο Α’ εκφώνησε το 1208 επί τη στέψει του, καθορίζεται σαφώς η ιδέα η οποία κατηύθυνε τις πράξεις του  εν εξορία Ελληνισμού, πρόδρομος εκδήλωση της Μεγάλης Ιδέας. «Και των πατρίδων αύθις λαβώμεθα, ων αμαρτόντες απεσφαιρίσθημεν, έλεγεν ο αυτοκράτωρ. Αύται δε εισι το αρχαίον και πρώτον ημίν ενδιαίτημα, ο παράδεισος και η προς Ελλησπόντον πόλις του Κυρίου των δυνάμεων, η πόλις του Θεού ημών, το εύριζον αγαλλίαμα πάσης της γης, η παρά πάσιν έθνεσιν περιμάχητός τε και περιώνυμος». Διαγράφονται ήδη τα απώτερα πρότυπα του θεσπεσίου λαϊκού κύκλου των επικών παραδόσεων!
Αναζητώντας επίσης κανείς τον κορμό της Μεγάλης Ιδέας σταματά στον Ιωάννη Κωλέττη, τον πρώτο κοινοβουλευτικό Ηπειρώτη Πρωθυπουργόν της Ελλάδος, ο οποίος μιλώντας, φορώντας τη φουστανέλα του, στην Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση τον Ιανουάριο του 1844 τόνισε πως «Έργο των Αντιπροσώπων δεν ήταν να αποφασίζουν περί της τύχης της Ελλάδος, αλλά περί της τύχης ολοκλήρου του Έθνους. Και «Έθνος είναι οι αυτόχθονες και οι ετερόχθονες, οι λυτρωμένοι και οι αλύτρωτοι. Ελλάς ήταν όλοι οι τόποι τους οποίους κατοικούσαν Έλληνες».  Συγκεκριμένα τις δέκα τέσσερις Ιανουαρίου του 1844 η Εθνοσυνέλευση εσυνέχιζε την συζήτησή της γύρω στα άρθρα του νέου Συντάγματος.  Το θέμα απέβλεπε ειδικά στο τρίτο άρθρο, εκείνο που θα προσδιόριζε και τί χαρακτηρίζει τον Ελληνα πολίτη. Ολίγες ημέρες πριν η σχετική συζήτηση εβρέθηκε εμπρός σε σοβαρή εμπλοκή ύστερα από πρόταση ενίων πληρεξουσίων για να γίνει μία διάκριση μεταξύ των αυτοχθόνων και των ετεροχθόνων Ελλήνων.  Πρώτος στην συνεδρία αυτήν έλαβε το λόγο ο Ιωάννης Κωλλέτης.  Στην αγόρευσή του φέρνοντας επιχειρήματα αντλημένα από την ιστορία, με πάθος και φαντασία, έδειξε το χρέος των ελευθέρων Ελλήνων να διατρανώσουν την ενότητά τους με τους υποδούλους αδελφούς τους, ή τους οπωσδήποτε έξω από τα ελληνικά σύνορα ομογενείς.  Η αρχή του λόγου του έχει έναν προσωπικό τόνο, που δεν μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο το ακροατήριό του, ανθρώπους οι οποίοι ανέπνεαν ακόμη τον αέρα του Εικοσιένα, την μεταφέρω εδώ από τα επίσημα πρακτικά:
«Φρίττω», είπε, «ενθυμούμενος την ημέραν εκείνην, καθ’ ήν ωμόσαμε να συνεισφέρουμεν τα πάντα, και αυτήν μας την ζωήν, διά την ελευθερίαν της Ελλάδος.  Ζώσιν έτι πολλοί εκ των ομοσάντων τον όρκον τούτον.  Πόσο πρέπει να συναισθανθώμεν το βάρος του όρκου τούτου εις ταύτην την περίστασιν, καθ’ ήν συνήλθομεν να συντάξωμεν το Σύνταγμα, το ευαγγέλιον τούτο της πολιτικής ημών υπάρξεως, ώστε δύο του λοιπού ευαγγέλια να έχωμεν, το της θρησκείας και το της πολιτικής ημών υπάρξεως.  Διά την γεωγραφικήν της θέσιν η Ελλάς είναι το κέντρον της Ευρώπης ιστάμενη και έχουσα εκ μέν δεξιών την Ανατολή, εξ αριστερών δε την Δύσιν, προώρισται, ώστε διά μέν της πτώσεως αυτής να φωτίσει την δύσιν, διά δε της αναγεννήσεως την Ανατολήν.  Το μέν πρώτον εξεπλήρωσαν οι προπάτορες ημών, το δε δεύτερον είναι εις ημάς ανατεθειμένον εν τω πνεύματι του όρκου τούτου και της μεγάλης ταύτης  ιδέας είδον πάντοτε τους πληρεξουσίους του έθνους να συνέρχωνται δια να αποφασίσωσιν ουχί πλέον περί της τύχης της Ελλάδος, αλλά της ελληνικής φυλής».
Η Μεγάλη Ιδέα λοιπόν ήταν η ορμέμφυτη αντίδραση του λαού μας στην παρακμή, τη διάλυση και τη δουλεία, η ελπίδα του για μια μελλοντική αποκατάσταση των απαράγραφτων δικαιωμάτων του, όπως αυτός τα καταλάβαινε –δηλαδή το διώξιμο του Τούρκου κι η παλινόρθωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μες στα φυσικά της όρια, που περιλάβαιναν το μεγαλύτερο μέρος της Βαλκανικής και της Μικρασίας, με πρωτεύουσα την Πόλη και εκκλησιαστική μητρόπολη της Αγία Σοφία. Η Μεγάλη Ιδέα, θρεμμένη από τη μακρινή, μα άφθιτη ανάμνηση της παλαιάς αυτοκρατορικής δόξας, από φοβερές συμφορές και ταπεινώσεις, από τραγούδια, παραμύθια, προφητείες, οράματα, από τον θρύλο του Μεγάλου Αλεξάντρου, από τη λάμψη των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων, τέλος από τη συναίσθηση μιάς ανανέωσης του έθνους, έδινε στον Ελληνισμό του 19ου αιώνα μια θαυμαστή ψυχική ενότητα, ένα αναμφισβήτητο και μεγαλόπνοο ιδανικό ζωής, κοινό σε όλους τους ελληνικούς τόπους και σε όλες τις κοινωνικές τάξεις.
Εδώ λοιπόν ξεσκεπάζεται μια πρώτη εκδήλωση του νεοελληνικού δράματος. Βλέπουμε από τη μια μεριά ένα έθνος ζωντανό και τολμηρό που απλώνεται σε όλη τη νοτιοανατολική Ευρώπη και στις χώρες της Εγγύς και Μέσης Ανατολής και που καλλιεργεί με πάθος ένα μεγαλεπήβολο όνειρο. Από την άλλη ένα Κράτος μικρό, φτωχό, αδύνατο και ανίκανο να σηκώσει ένα τέτοιο ιδανικό. Η καλή θέληση, ωστόσο, δεν του έλειπε και πάσχιζε όσο μπορούσε. Αλλά η αντίθεση ανάμεσα στο μέγεθος των σκοπών του και στη μικρότητα των μέσων του ήταν τραγική. Ως ότου ήρθε το δυνατό χτύπημα που έμελλε να αλλάξει την πορεία της εθνικής ζωής: ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και η ήττα της Ελλάδας. Αν πούμε πως το 1821 είναι ο πρώτος σημαντικός σταθμός της νεοελληνικής ιστορίας, το 1897 είναι ο δεύτερος. Οι κατοπινοί ήρθαν απανωτοί και σε πολύ πιο σύντομες προθεσμίες.
Γύρω στα 1900, ο Ελληνισμός ξύπνησε. Από τη μια μεριά η στρατιωτική ήττα, από την άλλη το πλησίασμα των Βουλγάρων προς το Αιγαίο και οι βλέψεις τους απάνω στην ελληνική Μακεδονία προκάλεσαν μια νέα ένταση της εθνικής ζωής. Η πρώτη φάση της νέας αυτής εποχής είναι ο μακεδονικός αγώνας, που γεμίζει την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Γίνεται εναντίον των Βουλγάρων, κάτω από την κλονισμένη σκεπή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο σκοπός είναι να στερεωθεί το έθνος στον μακεδονικό κάμπο, να μη βρεθεί έκθετο, στη διάθεση του σκληρού Σλάβου γείτονα, τη μέρα που θα φύγουν οι Τούρκοι. Παράλληλα, στο εσωτερικό, μια πιο συγχρονισμένη αστική τάξη αντρώνεται γοργά, αποκτά δύναμη και αρχίζει να αισθάνεται την ανάγκη για μια ζωή πιο πλατιά, πιο ελεύθερη, πιο γενναία.
Η Ελλάδα του 1912 ελάχιστα θύμιζε τον πρίν από δύο ή τρείς δεκαετίες εαυτό της.  Οι οικονομικές εξελίξεις, το ενδιαφέρον των ομογενών και η μετατροπή του ελληνικού κράτους- για πρώτη φορά μετά την ανεξαρτησία του του 1830- σε εθνικό κέντρο δημιούργησαν νέες δυνατότητες.  Ο Μακεδονικός αγώνας (1904-1908) αποκατέστησε το κύρος του στρατού, ενώ το κίνημα στο Γουδί έδειξε ότι οι επιθετικές ιδέες για τον εκσυγχρονισμό και την εθνική ολοκλήρωση έβρισκαν απήχηση σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και δυνάμεις.  Απέναντι στον παλαιοκομματικό πολιτικό κόσμο πρόβαλαν νέες πολιτικές δυνάμεις, που εκφράστηκαν με την ανάδειξη του Βενιζέλου.  Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε την μεθοδική αναδιοργάνωση του στρατεύματος από τα 1906-1907, τότε έχουμε το μέτρο μιας νέας εποχής.  Η χώρα βρέθηκε να έχει τη θέληση αλλά και τα μέσα για να μετάσχει στις αλλαγές στην περιοχή της.
Οι Ενοπλες Δυνάμεις έγιναν ιδιαίτερα αξιόπιστες.  Μέσα σε λίγα χρόνια ο στρατός ξηράς απέκτησε σύγχρονο πυροβολικό, υλικό στρατοπεδίας, επικοινωνιών και μηχανικού, εξαρτύσεις, επαναληπτικά τουφέκια Μάνλιχερ, πολυβόλα το 1911.  Οργανώθηκε σε μεραρχιακή βάση και η εκπαίδευσή του παρακολούθησε τις ευρωπαϊκές εξελίξεις.  Στο ναυτικό φύσηξαν επίσης άνεμοι εκσυγχρονισμού.  Στα τρία απαρχαιωμένα τρικουπικά θωρηκτά προστέθηκαν, από το 1904 και μετά, τέσσερα μεγάλα και 10 μικρά αντιτορπιλικά, υποβρύχιο και, προπαντός, το θωρηκτό εύδρομο «Γ.Αβέρωφ».  Η βελτίωση της εκπαίδευσης των αξιωματικών μετέτρεψε το στόλο σε πολύτιμο εργαλείο διπλωματίας του πολέμου. 
Τα ριζοσπαστικά ρεύματα της τότε ελληνικής κοινωνίας και το εθνικό αγωνιστικό πνεύμα του μακεδονικού κάμπου συγχωνεύονται, ως ένα σημείο, στην επανάσταση του 1909. Σε ελάχιστα χρόνια, ο Πρόεδρος Ελευθέριος Βενιζέλος, σε συνεργασία με τους Βασιλείς τότε της Ελλάδος Γεώργιο και εν συνεχεία Κωνσταντίνο, πριν δηλαδή ξεσπάσει ο διχασμός, συγχρονίζει το Κράτος, δίνει μια μεγάλη ώθηση σε όλες τις εκδηλώσεις της εθνικής ζωής, ετοιμάζει μια αξιόλογη πολεμική δύναμη, οργανώνει τις βαλκανικές συμμαχίες, νικά πρώτα την Τουρκία και κατόπι τη Βουλγαρία, διπλασιάζει την Ελλάδα, ελευθερώνει την Ήπειρο και τη Μακεδονία, συμμετέχει στο πλευρό των Συμμάχων στον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και παίζει ρόλο σπουδαίο στη διεθνή πολιτική. Τέλος, για μια στιγμή, νομίζει κανείς ότι κοντεύει να πραγματοποιήσει, στα κύρια σημεία της, τη Μεγάλη Ιδέα. Φέρνει τα σύνορα της Ελλάδας στη Μαύρη Θάλασσα και στα πρόθυρα της Πόλης, διασχίζει το Αιγαίο και κατακτά τη δυτική Μικρασία.
Η Ελλάς τεντώνει όλες τις δυνάμεις της, επιχειρεί το τόλμημα και τελικά αποτυχαίνει, αφού όμως ψαύει, με τ’ ακροδάκτυλά της, την οριστική επιτυχία.  Οι ευρύτατες επιχειρήσεις του 1921 οδηγούν, τον Ιούλιο, στη νίκη του Σαγγαρίου, αλλά μετά την προσπάθεια αυτήν το ελληνικό στράτευμα είναι κατάκοπο, ο εφοδιασμός του επισφαλής, τα πολεμοφόδια λίγα, η οικονομική βοήθεια από την Αγγλία ανύπαρκτη και όταν, τον Αύγουστο του 1921, επιχειρείται η τελική εξόρμηση προς την Αγκυρα, τρία σώματα στρατού διαβαίνουν τον Σαγγάριο, αλλά δεν κατορθώνουν να φτάσουν παρά μόνο έως το Γόρδιον και αναγκάζονται ν’ αναδιπλωθούν στις αρχικές θέσεις τους.  Από το Γόρδιον η Αγκυρα απείχε λίγα αλλά αδιαπόρευτα χιλιόμετρα.  Είκοσι χρόνια αργότερα ο Σεφέρης θα γράψει:
Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εκεί τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.
Η προσπάθεια όμως ξεπερνούσε, ως φαίνεται, τη δύναμη αντοχής του έθνους. Από εκεί και πέρα, η εθνική ορμή ξεπέφτει και ο πολύχρονος αγώνας καταλήγει στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922. Δεν αναφέρω εδώ τους ρόλους των τότε ισχυρών γιατί πιστεύω πως τη μοίρα μας κυρίως την ορίζουμε εμείς. Με τα μεγαλεία μας ή τις μικρότητές μας οπότε και βρίσκουν έδαφος όσοι μας υποβλέπουν.
Μέσα σε αυτήν την πορεία του Ελληνισμού, αναπτυσσόταν και η Ήπειρος. Αναπτυσσόταν εμπορικά, κοινωνικά, πολιτιστικά. Αναπτυσσόταν παρά τη δουλεία της και καρτέραγε.
Τα Ιωάννινα λ.χ. αποτελούσαν το σημαντικότερο πολιτιστικό και οικονομικό κέντρο του βορειοδυτικού ελληνικού χώρου και ένα από τα πιο αξιόλογα της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων ως την Ελληνική Επανάσταση. Οι Πηλιορείτες Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς, στο πρωτοποριακό για την εποχή έργο τους Γεωγραφία Νεωτερική, που εκδόθηκε το 1791 –το χρόνο αυτό είχε εδραιωθεί στο πασαλικί του ο Αλή Πασάς-, γράφουν: «Ιωάννινα, πόλη μεγάλη, πολυάνθρωπη, πλούσια, εις τη μεσόγειο της Ηπείρου… Κατοικείται από Ρωμαίους (:Ρωμιούς) πολλούς και από τούρκους ολίγους και Εβραίους. Οι Ρωμαίοι Ιωαννίται είναι περίφημοι εις όλη σχεδόν την Τουρκία δια την πραγμάτεια όπου κάμνουν. Τα Ιωάννινα είναι περίφημα και δια τα σχολεία, τα οποία τώρα δεν ακμάζουν καθώς και πρωτύτερα, και δια τους προκομένους άνδρας, οπού κατά καιρούς έβγαλαν».
Η πολυάνθρωπη πλούσια πόλη του 1871 με τους 30.000 κατοίκους της, στην οποία συμβίωναν ειρηνικά Έλληνες, που αποτελούσαν τα δύο τρίτα τους πληθυσμού, Εβραίοι και Τούρκοι, έφτασε στα επόμενα τριάντα χρόνια στο απόγειο της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής της ακμής.
Τα Ιωάννινα, παρά τα πλήγματα που είχαν υποστεί, διατηρούσαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα την υπεροχή τους σε σχέση με άλλες πόλεις του ελλαδικού χώρου, κυρίως ως σταυροδρόμι διακίνησης εμπορευμάτων. Ενδεικτική της σημασίας που απέδιδαν στα Ιωάννινα οι Έλληνες μεγαλοεπιχειρηματίες της Διασποράς, οι οποίοι μετά το 1873 μετέφεραν στην Ελλάδα μέρος ή το σύνολο των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, είναι η πρόταση που υποβλήθηκε στην κυβέρνηση Κουμουνδούρου το 1879 για τη σιδηροδρομική σύνδεση της πόλης με τη νότια Ελλάδα: η σιδηροδρομική γραμμή με αφετηρία το Πόρτο Ράφτη θα έφθανε στην Κόρινθο, από την Κόρινθο στην Πάτρα και στη συνέχεια από το Μεσολόγγι θα προχωρούσε προς τον Καρβασαρά και τα Ιωάννινα, με διακλαδώσεις προς τη Βόνιτσα και την Πρέβεζα. Στην ίδια πρόταση προβλεπόταν άλλη σιδηροδρομική γραμμή που θα συνέδεε τα Ιωάννινα με το Μέτσοβο, τα Τρίκαλα  και τη Λάρισα. Το 1881, αμέσως μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, ο Ανδρέας Συγγρός ίδρυσε την «Ηπειροθεσσαλική Τράπεζα» και οι ηπειρώτες ευεργέτες ενίσχυσαν με πλούσιες δωρεές τα Ιωάννινα. Στον Γεώργιο Σταύρου οφείλεται η ίδρυση, το 1883, του ομώνυμου Ορφανοτροφείου και η διάθεση σημαντικών ποσών για τα σχολεία τους πόλης.
Στο τέλος του 19ου αιώνα, εκτός από τη Ζωσιμαία Σχολή, στην οποία φοιτούσαν, σύμφωνα με μαρτυρία της εποχής, 700 μαθητές από την Ήπειρο, αλλά και από τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, λειτουργούσαν τρία παρθεναγωγεία με 440 μαθήτριες, πέντε «αλληλοδιδακτικά» σχολεία με 2.000 μαθητές και δύο σχολεία για παιδιά προσχολικής ηλικίας. Την ίδια εποχή (1871) άρχισε να λειτουργεί «Ιερατική Σχολή εν τη νήσω των Ιωαννίνων», από την οποία προήλθαν εκατοντάδες κληρικοί για την κάλυψη των αναγκών της Εκκλησίας, στις πόλεις της Ηπείρου και σε δυσπρόσιτα ορεινά χωριά, ως το 1911, όταν ο Μητροπολίτης Σπυρίδων Βλάχος, αργότερα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, ίδρυσε το «Ιεροδιδασκαλείον Βελλάς».
Τότε ήλθαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Βιαστικά στις αρχές Οκτωβρίου του 1912 ξέσπασε ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος.  Μετά την εκστρατεία στην Μακεδονία ο όγκος του ελληνικού στρατού στράφηκε προς την Δυτική Μακεδονία για να αποκαταστήσει τις ζημιές του Σόροβιτς και να υποτάξει τους ατάκτους.  Η ανακωχή ανάμεσα σε Μαυροβούνιο, Σερβία, Βουλγαρία και Τουρκία στις 20 Νοεμβρίου (ως τα τέλη Ιανουαρίου 1913), έδωσε χρόνο για την αναδιοργάνωση του καταπονημένου στρατού και τη μεταφορά του στο μέτωπο της Ηπείρου.  Εως τότε, το μέτωπο αυτό εθεωρείτο δευτερεύον από τους αντιπάλους.  Οι δυνάμεις εκεί είχαν μεγάλο ποσοστό εθελοντικών ή και ημιατάκτων μονάδων.  Υπό αυτές τις συνθήκες, η ελληνική προέλαση πραγματοποίησε μικρές προόδους ως τις αρχές Νοεμβρίου, οπότε και καθηλώθηκε μπροστά στην οχυρωμένη αμυντική περίμετρο των Ιωαννίνων.  Η στασιμότητα έκρυβε πλήθος διπλωματικές απειλές.  Η υπόθεση της ανεξαρτησίας της αποκομμένης πλέον από την Οθωμανική αυτοκρατορία Αλβανίας προχωρούσε με γρήγορους ρυθμούς στο διπλωματικό χώρο.  Τα Γιάννινα διέτρεχαν τον ορατό κίνδυνο να συμπεριληφθούν στο επωαζόμενο νέο κράτος.  Οι προτεραιότητες άλλαξαν και στην περιοχή μεταφέρθηκε ισχυρή δύναμη υπό τον αρχιστράτηγο διάδοχο Κωνσταντίνο.  Η ενίσχυση των ελληνικών δυνάμεων επέτρεψε τη γενική επίθεση, στις 20 Φεβρουαρίου του 1913.  Μέσα σε λίγες ώρες η εχθρική διάταξη, στην οποία δέσποζε το φρούριο του Μπιζανίου, διασπάστηκε στη Μανωλιάσα και ο ελληνικός στρατός πλησίασε την πόλη.  Την αυγή της επομένης, ο Τούρκος διοικητής Εσάτ Πασάς συνθηκολόγησε και παρέδωσε, μαζί με την πόλη, 30.000 αιχμαλώτους.  Η Ελλάδα είχε ολοκληρώσει με τον καλύτερο τρόπο τους χερσαίους στόχους της.  Ποιες ήταν όμως οι διπλωματικές απειλές;  Ποιο ήταν το διπλωματικό Μπιζάνι που έπρεπε και αυτό να εκπορθηθεί;   Το Δεκέμβριο του 1912 συνεστήθη στο Λονδίνο Πρεσβευτική Διάσκεψη υπό τον Υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας Ε.Γκρέι με στόχο την επίλυση των διαφορών των εμπολέμων χωρών του Βαλκανικού πολέμου.  Ο Γκρέι διεύθυνε την εξωτερική πολιτική της Αγγλίας από το 1892 μέχρι το 1916.  Είχε τον τίτλο του πρώτου ιπποκόμη του Φάλοντον, του ιππότη της περικνημίδος και του μέλους της ζωολογικής εταιρίας του Λονδίνου.  Ηταν δεινός ορνιθολόγος και δεινός παίκτης του τέννις.  Στη Διάσκεψη η Ρωσία επέμενε να μοιραστούν στην Σερβία, στο Μαυροβούνιο και στην Βουλγαρία κάποια εδάφη που διεκδικούσαν και οι Αλβανοί.  Σημειώνεται ότι οι διεκδικήσεις των Αλβανών έφθαναν μέχρι τα Σκόπια και την κοιλάδα του Αξιού.  Η Ελλάδα είχε και αυτή τις απαιτήσεις της.  Παρουσιάζοντας τις θέσεις της στη Διάσκεψη ζήτησε να προσαρτηθούν στο έδαφός της τα Σαντζάκια της Κορυτσάς και του Αργυροκάστρου καθώς και το υπόλοιπο βιλαέτι των Ιωαννίνων.  Οι εξελίξεις αυτές όμως δεν είχαν την έγκριση των ευρωπαϊκών δυνάμεων και κυρίως της Ιταλίας και της Αυστρίας.  Οι δύο μεγάλες δυνάμεις γνώριζαν την εμμονή της Σερβίας για έξοδο στην Αδριατική και ευλόγησαν την ίδρυση του Αλβανικού κράτους ακριβώς για να ματαιώσουν την έξοδο αυτή.  Την ίδια αντιμετώπιση είχαν και απέναντι στην Ελλάδα φυσικά.  Το βασικό επιχείρημα που προβλήθηκε ήταν ότι το κράτος της Αλβανίας δεν θα ήταν βιώσιμο αν δεν περιέκλειε τα εδάφη που διεκδικούσαν οι γειτονικές της χώρες.  Τα αντεπιχειρήματα των δύο χωρών δεν είχαν και τόση σημασία μπροστά στην εμμονή των δύο μεγάλων δυνάμεων να ιδρυθεί ανεξάρτητη ηγεμονία της Αλβανίας που θα κρατούσε μακριά από το στόμιο της Αδριατικής τους Ελληνες και μακριά από τις Δαλματικές ακτές τους Σέρβους.  Σημειωτέον ότι, αν η Ελλάδα είχε τον έλεγχο των στενών της Κέρκυρας θα απειλούσε την στρατιωτική ασφάλεια και ισορροπία όχι μόνο της Ιταλίας αλλά και της Αυστρίας και της Γερμανίας.  Στις 20 Δεκεμβρίου του 1912 για να κάνει τα πράγματα πιο οριστικά η Πρεσβευτική Διάσκεψη αποφάσισε τη δημιουργία αυτόνομου Αλβανικού κράτους, και όχι ανεξάρτητου όπως διακήρυξαν οι ίδιοι οι Αλβανοί, υπό την επικυριαρχία της Πύλης και τον έλεγχο των Δυνάμεων.  Τα σύνορα παρέμεναν ασαφή γιατί οι Δυνάμεις δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν.  Η Ρωσία και η Γαλλία πίεζαν για μικρότερη Αλβανία και η Αυστρία, η Γερμανία και η ιταλία για μεγαλύτερη, ενώ η Βρετανία είχε κρατήσει τον προσφιλή της ρόλο της μετριοπαθούς ισορροπίστριας.  Οι εξελίξεις πάγωσαν σε αυτό το σημείο.  Η Ελλάδα συνειδητοποίησε ότι πρέπει επειγόντως να καταλάβει τα Ιωάννινα.  Και τα κατάφερε τελικά στις 21-2-1913 οπότε απαγκιστρώθηκε ο ελληνικός στρατός και ανέβηκε ξανά προς τον Βορρά απελευθερώνοντας Αγίους Σαράντα, Δέλβινο, Αργυρόκαστρο, Τεπελένι και πιο ανατολικά την Κορυτσά, το Λεσκοβίκι και την Πρεμετή φθάνοντας μέχρι την Κλεισούρα. 


Η απελευθέρωση συνεπώς των Ιωαννίνων ήταν αποτέλεσμα κυρίως πολεμικών αλλά και διπλωματικών πολύπλοκων διεργασιών σε έναν ανελέητο αγώνα δρόμου.  Ο Μαρκεζίνης είναι παραστατικώτατος στην Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (τομ. 3ος, σελ. 196):
«Εκεί από των μέσων του Νοεμβρίου ο ελληνικός στρατός καθηλώθη παρά τας καταβληθείσας εκάστοτε προσπάθειας του. Η μη λειτουργούσα καλώς επιμελητεία, ο ελλιπής εφοδιασμός και ο βαρύς χειμών εδυσχέραιναν την θέσιν των Ελλήνων. Τότε απεφασίσθη η ενίσχυσις από το Μακεδονικόν μέτωπον και απεστάλη, κατά πρώτον, εκείθεν η Δευτέρα μεραρχία. Ταυτοχρόνως όμως ενισχύοντο και οι Τούρκοι από τμήμα στρατού, το οποίον υπεχώρησε μετά την παράδοσιν του Μοναστηρίου. Ο αγών ήτο σκληρός, αλλά η κατάστασις δεν μετεβάλλετο. Τότε ανέλαβεν ο Διάδοχος Κωνσταντίνος. Είχον συγκεντρωθεί αι δυνάμεις της 2ας, 4ης, 6ης και 8ης μεραρχίας, ενός συντάγματος ιππικού και βαρέως πυροβολικού. Το Στρατηγείον εγκατεστάθη εις το Χάνι του Εμίν Αγά, επί της οδού προς την Φιλιππιάδα, και μετ’ επισταμένην μελέτην της καταστάσεως απεφασίσθη να επιχειρηθή η κατάληψις των Ιωαννίνων δι’ ελιγμού.
Η επίθεσις εμελετήθη υπό την γενικήν εποπτείαν του Διαδόχου μετά ιδιαιτέρας προσοχής και κατεβλήθη προσπάθεια να τηρηθεί απολύτως μυστικόν ότι ο ελιγμός θα αφεώρα επίθεσιν από το δεξιόν. Πέραν δε της μυστικότητος εφηρμόσθη και επιτυχής παραπλανητική τακτική από την οποίαν παρεσύρθη ο εχθρός: ότι δηλαδή η επίθεσις θα εγίνετο δήθεν από το αριστερόν. Της γενικής επιθέσεως προηγήθη ισχυρότατος κανονιοβολισμός κατά του Μπιζανίου, ο οποίος διήρκεσεν επί διήμερον. Προεβλέφθη τότε, όπως το πυροβολικόν ρίψη περί τα 50.000 βλήματα. Οι Τούρκοι, αποδειχθέντες μέχρι της στιγμής εκείνης ικανοί μαχηταί, δεν ηδύναντο πλέον να παρακολουθήσουν, και λόγω των απωλειών των, αλλά και λόγω μη επαρκείας πλέον ων πυρομαχικών των. Αυτή η επιτυχία του αιφνιδιασμού, συνδυαζομένη με το υψηλόν φρόνημα του ελληνικού στρατού έναντι του συνεχώς πίπτοντος ηθικού των πολιορκουμένων έφερεν ως αποτέλεσμα την πτώσιν του συγκροτήματος του Μπιζανίου και την παράδοσιν της πόλεως των Ιωαννίνων τη νύκτα της 21 Φεβρουαρίου (6 Μαρτίου) προς την 22 Φεβρουαρίου (7 Μαρτίου) 1913. Η πτώση του Μπιζανίου οφείλεται και σε ένα σπουδαίο μυστικό που δεν τηρήθηκε:  ο ομογενής Λοχαγός του Μηχανικού των πολιορκουμένων Νικολάκης Εφέντης, Νικολάκης Μιζαντζής ήταν το όνομά του παρέδωσε στην ελληνική πλευρά τα οχυρωματικά σχέδια του Μπιζανίου.  Στην όλη αυτή επιχείρηση μετείχαν ο Μητροπολίτης Γερβάσιος, ο Νίκος Χαντέλης Ελληνας Υποπρόξενος, ο Ιωάννης Λάππας διερμηνέας του Γαλλικού Προξενείου, η Αντιγόνη Τζαβέλα ανιψιά του και ο αγωνιστής Αθανάσιος Τσεκούρας. Η κατάληψις των Ιωαννίνων, πέραν των συνεπειών τα οποίας είχε, της παραδόσεως μεγάλου αριθμού αιχμαλώτων, σημαντικού πολεμικού υλικού και της απελευθερώσεως όλης της Ηπείρου, είχε πρωτίστως μέγιστον γενικώτερον αντίκτυπον. Ακριβώς δε η προηγηθείσα καθυστέρησις και η δεξιότης και ο ηρωισμός του Τούρκου αντιπάλου ύψωσε περισσότερον τον ελληνικόν γόητρον και απέναντι των συμμάχων και διεθνώς. Τοσούτω μάλλον, διότι προηγήθη της αλώσεως της Αδριανουπόλεως, η οποία ως εσημειώθη επετεύχθη με την σερβικήν βοήθειαν. Ο ενθουσιασμός με τον οποίο ο λαός των Ιωαννίνων εδέχθη των Στρατηλάτην Διάδοχον κατώπτριζε και τον πανελλήνιον ενθουσιασμόν, ο οποίος ήτο εξ ίσου μέγας. Διότι, ως και άλλοτε ελέχθη, τα Ιωάννινα ήσαν από τας ακροπόλεις του Ελληνισμού, αι οποίαι συνεκίνουν διά πολλούς λόγους τους Έλληνας. Εκεί δε εστερεώθη και η φήμη του Διαδόχου ως στρατιωτικού  ηγέτου. Ούτος έχων πράγματι αποκτήσει πλέον την πείραν και διαθέτων την αυτοπεποίθησιν, κατά τα προηγηθείσας νίκας, ως και το τάλαντον της ψυχικής επαφής με τους στρατιώτας του, επαξίως εκέρδισε την αναγνώρισιν αυτήν.
Μετά της άλωσιν των Ιωαννίνων και την διαταγήν της επιστροφής εις την Μακεδονίαν του μεγαλυτέρου μέρους των στρατιωτικών δυνάμεων, αι παραμείνασαι εν Ηπείρω προέβαιναν εις εκκαθάρισιν και ιδίως εις ολοκλήρωσιν της κατοχής ολοκλήρου της Ηπείρου. Κατελήφθη ούτω το Αργυρόκαστρον και προήλασεν εν συνεχεία ο στρατός έως το Τεπελένιον, αλλά όχι βαθύτερον, προς αποφυγήν διπλωματικών διενέξεων δια την τύχην της μελλούσης Αλβανίας. Ητοιμάζετο δε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος να επισκεφθή το Αργυρόκαστρον και άλλας πόλεις της Βορείου Ηπείρου, ότε έφθασε το θλιβερόν άγγελμα της δολοφονίας του Πατρός του. Τούτο ον υποχρέωσε να εγκαταλείψει αμέσως την Ήπειρον».
Περιγράψαμε τα μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή στοιχεία της πορείας της χώρας μας και δείξαμε πώς η επιρροή της Μεγάλης Ιδέας υπήρξε καθοριστική. Σε εκείνα τα πλαίσια βασίσθηκε και η απελευθέρωση των Ιωαννίνων.
Η Μικρασιατική καταστροφή είναι από τις πιο τραγικές και βαρυσήμαντες καμπές στην ελληνική ιστορία.
Από την εποχή των αρχαίων ιωνικών πολιτειών, για πρώτη φορά ο ελληνικός πληθυσμός έφυγε από τη Μικρασία και εγκαταστάθηκε, σχεδόν ολάκερος, στην ευρωπαϊκή Ελλάδα. Αντίστροφα, χάρη στη Σύμβαση της Ανταλλαγής των πληθυσμών, οι Τούρκοι της βόρειας Ελλάδας έφυγαν πίσω στη Μικρασία. Τον ίδιο καιρό ο Ελληνισμός υποχωρούσε και από τη νότια Ρωσία και τις Βαλκανικές χώρες, όπου ήταν εγκαταστημένος από αιώνες. Δημιουργήθηκε έτσι ένα ελληνικό Κράτος με περισσότερους από εφτά εκατομμύρια κατοίκους, εθνικά ενωμένους, ο ελληνικός λαός όμως έχασε τη μεγάλη άνεση που είχε ανέκαθεν να κινείται ελεύθερα από τον Δούναβη και την Κριμαία ως τον Ευφράτη και τον Νείλο.
Η μετακίνηση των ελληνικών μαζών ανατάραξε βαθιά τη ζωή της χώρας. Έλληνες Μεσογειακοί και Έλληνες από τα βάθη της Ανατολής κι άλλοι από τη Μαύρη Θάλασσα, από την Ουκρανία ή από την Καύκασο κι από άλλα μέρη, ανακατώθηκαν στον ίδιο περιορισμένο τόπο. Μαζί ανακατώθηκαν τα ήθη τους, οι θρύλοι τους, τα τραγούδια τους – παραδόσεις αρχαιοελληνικές, βυζαντινές, βαλκανικές, ανατολίτικες, νησιώτικες. Ανακατώθηκε η ψυχολογία τους, μπερδεύτηκαν οι εργασίες τους. Η κοινωνική οργάνωση, η ιεραρχία, η πειθαρχία του παλαιού ελληνικού Κράτους του 19ου αιώνα αναστατώθηκαν. Η  πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της Ελλάδας έλαβε έναν τόνο ανησυχίας που δεν είχε πριν, έγινε πιο ελεύθερη, πιο πλατιά, πιο βαθιά, η εθνική  οικονομία έξαφνα ζωήρεψε. Η βιομηχανία, η ναυτιλία, η γεωργία πρόκοψαν γοργά. Οι πολιτείες μεγάλωσαν με τον ίδιο ρυθμό. Η πολιτική ζωή όμως δεν μπόρεσε να ξαναβρεί την ισορροπία της και η εποχή του μεσοπολέμου φαίνεται σήμερα σαν μια ασυνάρτητη διαδοχή από στρατιωτικά κινήματα, αλλαγές καθεστώτων και λίγο πολύ αποτυχημένα κοινοβουλευτικά ή δικτατορικά πειράματα. Στην περίοδο αυτή άρχισε να ανακατώνεται και ο μαρξισμός στο πλάσιμο της ελληνικής ζωής, με τη μορφή κυριότατα του κομμουνισμού που εμπνέεται από τη Μόσχα και μάλιστα με κυρίαρχο εξτρεμιστικό τόνο.
Το σπουδαιότερο ψυχολογικό αποτέλεσμα της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922 είναι ότι η Μεγάλη Ιδέα έπαψε ν’ αντιπροσωπεύει ένα αίτημα της ζωντανής εθνικής πραγματικότητας και στη θέση της δημιουργήθηκε ένα κενό. Δεν υπάρχει πια, από τότε, ένα πανελλήνιο ιδανικό ζωής, που να το αισθάνονται εξίσου όλοι οι Έλληνες, ανεξάρτητα από μόρφωση, κοινωνική τάξη και κομματικές διαφορές. Η πολιτική και η δημοσιογραφία ζήτησαν συχνά να γεμίσουνε το κενό αυτό με επίκαιρα συνθήματα χωρίς διάρκεια. Οι πνευματικοί άνθρωποι, οι άξιοι του ονόματος συγγραφείς, προσπάθησαν να χαράξουν μία γραμμή πιο σταθερή και με βαθύτατη απήχηση. Το ανώτατο ιδανικό του Ελληνισμού, είπαν, η δικαίωση της εθνικής ύπαρξής του, η δόξα του, δεν μπορεί στο εξής να είναι άλλο τίποτα παρά μονάχα ο πνευματικός του πολιτισμός. Η καινούργια Μεγάλη Ιδέα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ζωντανού, ιδιόρρυθμου και γόνιμου νεοελληνικού πνευματικού πυρήνα, που να συνεχίζει τη μεγάλη παράδοση της Ελλάδας, να ζει έντονα τη σύγχρονη ζωή, να βρίσκεται σε ταυτόχρονη ανταπόκριση με τη Δύση και την Ανατολή και να μπορεί ν’ ακτινοβολήσει με έργα και ιδέες έξω από τα εθνικά σύνορα.
Για την εξυπηρέτηση ενός τέτοιου ιδανικού το έθνος διαθέτει σημαντικές δυνάμεις. Ο σημερινός ελληνικός λαός είναι λαός ολοζώντανος, γεμάτος ορμή, ευφυΐα και φαντασία, με δυνατή προσωπικότητα και μεγάλες αρετές από ανθρωπισμό, ηρωισμό και γενναιοψυχία. Έχει φανερή ποιητική και πλαστική διάθεση, εφευρετικότητα και πρωτοτυπία στις αυθόρμητες συλλήψεις του. Η δημοτική του ποίηση είναι ίσως η ωραιότερη στον κόσμο, η λαϊκή του τέχνη πάντα αξιόλογη, η λαϊκή του ειδικά αρχιτεκτονική είναι κάποτε πολυσήμαντη. Έχει ζωντανές παραδόσεις από πολιτισμό που συνεχίζεται αδιάκοπα τρεις χιλιάδες χρόνια και, μαζί, έχει εξαιρετικά νεανικήν ιδιοσυγκρασία. Ο Όμηρος, οι αρχαίοι τραγικοί, ο Παρθενώνας, οι βυζαντινές εκκλησίες, η ελληνορθόδοξη τελετουργία, οι θρύλοι της Αυτοκρατορίας, τα δημοτικά τραγούδια, η Επανάσταση του 1821, οι αγώνες κι οι προσπάθειες του 20ου αιώνα, όλα αυτά τα ποικιλόμορφα στοιχεία αποτελούν ένα σύμπλεγμα αρμονικό, ζωντανό και, το πιο παράξενο, ένα σύμπλεγμα νεανικό. Ο σύγχρονος Ελληνισμός έχει κιόλας γεννήσει, τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια, μερικές σπουδαίες φυσιογνωμίες από ποιητικούς δημιουργούς και πνευματικούς οδηγούς. Η σημερινή του επίδοση στη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και τη γλυπτική είναι αξιοπρόσεχτη.
Ο τελευταίος πόλεμος και η καταπληκτική νίκη του 1940 δικαίωσαν απόλυτα εκείνους που πιστεύουν στην ψυχικήν αξία του σημερινού ελληνικού λαού. Όσοι έζησαν στην Ελλάδα αυτά τα χρόνια ένιωσαν, μες τον αέρα, κάτι ανήκουστο και αξέχαστο, μιάν ιερή μανία ικανή για τα μεγαλύτερα έργα. Αλλά το ξύπνημα ήταν οδυνηρό. Η χρόνια πολιτική και κοινωνική ανισορροπία, που κληρονόμησε στην Ελλάδα η Μικρασιατική Καταστροφή, εντάθηκε έξαφνα από τις νέες συμφορές, από τη φρικιαστική εμπειρία της εχθρικής κατοχής και των μετέπειτα θλιβερών γεγονότων, από τη σύγκρουση των παγκόσμιων επιρροών. Οι Έλληνες διαπιστώνουν, για μίαν ακόμα φορά, πως έλαχε στο έθνος τους η δυσάρεστη τιμή να κατοικεί σ’ ένα από τα πιο επίκαιρα σταυροδρόμια της ανθρώπινης ιστορίας.
Με την ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ και σήμερα Ευρωπαϊκή Ένωση το Έθνος απέκτησε μία άλλη μεγάλη ιδέα. Εκείνη της πλήρους οικονομικής αναπτύξεως με αξιοποίηση των παρεχομένων δυνατοτήτων, χωρίς συγχρόνως να παραδοθούμε πολιτιστικά, διατηρώντας δηλαδή και ενισχύοντας την εθνική μας φυσιογνωμία.
 Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της σημερινής Ελλάδος που δεν έχει κοινωνικά και πολιτικά την πειθαρχία και την ιεραρχία της Ελλάδος του 1912-13, έχει όμως απίστευτα μεγαλύτερη ευημερία, και υλική και επιστημονική πρόοδο, η Ήπειρος δείχνει να υπολείπεται. Από την Ευρωπαϊκή Ένωση είχε τελευταία χαρακτηρισθεί ως η φτωχότερη και μάλιστα φθίνουσα περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά στους δείκτες ευημερίας του πληθυσμού, με ενδοπεριφερειακούς δείκτες ακόμη χαμηλότερους, όπως οι περιοχές Σουλίου και Τζουμέρκων.
Αυτό ξεπεράσθηκε, η κατάσταση βελτιώθηκε, αλλά έχουμε πολύ δουλειά ακόμη.
Η Ηπειρος, παρά το ξεπέρασμα της επί σειράν ετών καθηλώσεώς της στην τελευταία θέση όλων των Ευρωπαϊκών Περιφερειών, παρά το προφανές σπάσιμο της απομονώσεώς της από την υπόλοιπη Ελλάδα και ιδιαίτερα από την Αθήνα, η Ηπειρος, λοιπόν, έχει δρόμο ακόμη να διανύσει για την περίφημη αναπτυξιακή της ισοτιμία.
Η χώρα, όπως διαμορφώθηκε εδαφικά από τα σαλπίσματα της μεγάλης ιδέας και όπως διαμορφώθηκε οικονομικά από την νοικοκυροσύνη των προηγούμενων και των απερχομένων γενεών βγαίνει από μία μεγάλη οικονομική δοκιμασία που κόντεψε να την διασπάσει και να την ξαναρίξει έρμαιο στο διχασμό και την κακοπέραση. Χάρη στις θυσίες του ελληνικού λαού και χάρη σε ορθές πολιτικές επιλογές, όχι δημοφιλείς πάντως, κρατηθήκαμε μέσα στο μοναδικό γερό σκαρί που μας αναλογεί αυτή την ιστορική περίοδο, μέσα στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.  Κρατηθήκαμε και τελευταία αφήνουμε σιγά σιγά πίσω μας την κρίση.  Σήμερα, ναι σήμερα, ξεκίνησε στις Βρυξέλες, σε πρωθυπουργικό επίπεδο, η τελική φάση της διαπραγματεύσεως του κοινοτικού προϋπολογισμού για την επταετία 2021-2027.  Θα κυμαίνεται γύρω στο 1,1 τρις ευρώ το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο και στην χώρα μας αναλογούν περί τα 35,5 δις ευρώ, εκ των οποίων 19,2 δις αφορούν την συνοχή και 16,2 δις την γεωργία.  Αν σε αυτά προσθέσεις τις επιστροφές από την ΕΚΤ και τις κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης  των κερδών επί ελληνικών ομολόγων, τα δάνεια για επενδύσεις του πακέτου Γιούνκερ, τις ενισχύσεις για την λεγόμενη δίκαιη μετάβαση στις λιγνιτικές περιοχές και την αντιμετώπιση της μεταναστευτικής κρίσης, τότε μιλάμε για 50 δις ευρώ την περίοδο 2021-2027.
Το χτίσιμο μιας Ελλάδος νοικοκυρεμένης και μέσα σ’ αυτήν μιας Ηπείρου προκομένης, που στέκεται γερά στα πόδια της και μετέχει ενεργά στα ευρωπαϊκά δρώμενα, με ισχυρές Ενοπλες Δυνάμεις, με κάθε μορφής απαραίτητες παροχές προς τον πολίτη είναι το δικό μας χρέος, το δικό μας αναίμακτο Μπιζάνι που πρέπει να κατακτηθεί.  Και αυτή τη νέα μεγάλη ιδέα δεν πρέπει ούτε να τη χάσουμε ούτε να την κοντύνουμε.
Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εκεί τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα
Για κανένα ελάχιστο διάστημα αυτή την νέα ευκαιρία δεν πρέπει να την χάσουμε.  Το χρωστάμε στο χθες που τιμούμε σήμερα και αύριο, το χρωστάμε στο σήμερα που τόσο μας ταλαιπώρησε για να το βάλουμε σε μια σειρά, το χρωστάμε κυρίως στο αύ αύριο που μας περιμένει!»