Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Δημοτικό Συμβούλιο δήμου Ιωαννιτών: Ειλικρινή διάλογο χωρίς ασφυκτικά χρονικά περιθώρια για τον «Κλεισθένη»

Υπέρ ενός ειλικρινούς διαλόγου μέσα σε ένα εύλογο χρονικό πλαίσιο για την τελική διαμόρφωση του νομοσχεδίου που αφορά στην μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης τάχθηκε κατά πλειοψηφία το Δημοτικό Συμβούλιο Ιωαννίνων στη συνεδρίασή του το βράδυ της Τρίτης.
Μετά από μια πολύωρη διαδικασία όπου αναπτύχτηκαν επιχειρήματα υπέρ και κατά του «Κλεισθένη 1» εγκρίθηκε...
με τις ψήφους των δημοτικών συμβούλων της πλειοψηφίας - πλην του Λευτέρη Δοβανά- και της μείζονος αντιπολίτευσης που προσέθεσε τις δικές της παρατηρήσεις, το ψήφισμα που κατέθεσε η Δημοτική Αρχή και ανάγνωσε στο Σώμα ο Δήμαρχος, Θωμάς Μπέγκας.
«Το νομοσχέδιο είναι κατώτερο των περιστάσεων και δεν προωθεί καμιά ουσιαστική μεταρρύθμιση στην οργάνωση και λειτουργία του κράτους. Εμείς ως ανεξάρτητη αυτοδιοικητική παράταξη επικεντρώνουμε την αγωνία μας στο μέλλον της Αυτοδιοίκησης και την αυτοτέλειά της. Παράλληλα θεωρούμε ότι η στάση του Υπουργείου Εσωτερικών απέναντι στην Αυτοδιοίκηση με την ασφυκτική προθεσμία για δήθεν διαβούλευση ήταν απαξιωτική για το θεσμό και τη δημοκρατία και τέλος τονίζουμε πως είναι αναγκαίο και από την μεριά της ΚΕΔΕ να σταματήσει η ακραία αντιπαράθεση. Οφείλουμε να συνομιλούμε με την εκάστοτε κυβέρνηση. Να προτείνουμε, να διεκδικούμε. Έτσι κατοχυρώνουμε στην κοινωνία το ρόλο της αυτοδιοίκησης», είπε ο κ. Μπέγκας.
Ακολούθησαν οι παρεμβάσεις των επικεφαλής των παρατάξεων του Δημοτικού Συμβουλίου που ανέπτυξαν με επιχειρήματα τη θέση τους υπέρ ή κατά του «Κλεισθένη 1», ενώ ενδιαφέρουσες ήταν και οι τοποθετήσεις δημοτικών συμβούλων της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης.

Το ψήφισμα
Το Δημοτικό Συμβούλιο Ιωαννίνων στη συνεδρίαση της 8 Μαΐου 2018, εξέτασε το περιεχόμενο του Νομοσχεδίου που αφορά τη μεταρρύθμιση του θεσμικού πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και μετά από διαλογική συζήτηση για το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου, κατέληξε στα παρακάτω:


Είκοσι χρόνια μετά από την πρώτη ουσιαστική μεταρρύθμιση στην Αυτοδιοίκηση (Καποδίστριας 1997) και οκτώ χρόνια εφαρμογής του «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ», μεταρρυθμίσεων που άλλαξαν ριζικά την πορεία της Αυτοδιοίκησης και της δομής του κράτους, η χώρα είναι έτοιμη για το επόμενο βήμα, με στόχο την προώθηση Νέου Μοντέλου Διοικητικής Οργάνωσης και Λειτουργίας του κράτους, με αποκέντρωση αρμοδιοτήτων και πόρων, πολυεπίπεδη διακυβέρνηση, Δημοκρατικό Προγραμματισμό, ενίσχυση της τοπικής αυτονομίας.
Το προτεινόμενο Νομοσχέδιο είναι κατώτερο των περιστάσεων. Μετά από σχεδόν 2,5 χρόνια συζητήσεων, την ώρα που η χώρα έχει ανάγκη από μια δημιουργική ανατροπή προκειμένου να αντιμετωπιστούν στη ρίζα τους τα προβλήματα που την οδήγησαν στη χρεοκοπία και την κρίση, προωθείται ένας Νόμος πρόχειρος, ο οποίος απλά παραπέμπει στο μέλλον τις αναγκαίες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, καθιστά ακόμη πιο σφικτό τον εναγκαλισμό της Αυτοδιοίκησης από την Κεντρική Εξουσία και μάλλον δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα επιχειρεί να επιλύσει.
Το Νομοσχέδιο, όπως κατατέθηκε, χωρίς καμία πρόβλεψη για τη συνταγματικά κατοχυρωμένη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των Δήμων και με αμφιλεγόμενες προτάσεις: για τις σχέσεις μεταξύ των επιπέδων Διοίκησης, τον ελεγκτή νομιμότητας (ο οποίος δεν προτείνεται ως ανεξάρτητη αρχή), την καταστατική θέση των αιρετών, την ένταξη του πρασίνου στα ανταποδοτικά, τον τρόπο λειτουργίας των κοινοτήτων, δεν προωθεί καμία ουσιαστική μεταρρύθμιση στην οργάνωση και τη λειτουργία του κράτους.
Η αλλαγή του εκλογικού συστήματος και η θεσμοθέτηση της απλής αναλογικής, που είναι η μοναδική προτεινόμενη ουσιαστική αλλαγή, σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά από μόνη της μεταρρύθμιση και το σημαντικότερο, χωρίς ισχυρά θεσμικά αντίβαρα, ένας σοβαρός δημοκρατικός θεσμός και το ίδιο το εκλογικό σύστημα κινδυνεύουν να απαξιωθούν ανεπανόρθωτα.
Η στάση του αρμόδιου Υπουργείου απέναντι στην Αυτοδιοίκηση και τους λειτουργούς της, με την «εν κρυπτώ» διαμόρφωση του Νομοσχεδίου και την εκβιαστική πρόβλεψη ασφυκτικής προθεσμίας δύο εβδομάδων για, δήθεν, διαβούλευση, είναι απαξιωτική και προσβλητική για το θεσμό, για την κοινωνία και για τη Δημοκρατία.
Με βάση τα παραπάνω, το Δημοτικό Συμβούλιο αποφασίζει:
1. Να απαιτήσει την άμεση έναρξη ενός ουσιαστικού διαλόγου, με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, προκειμένου ο νέος νόμος να είναι αποτέλεσμα συγκλίσεων και συνθέσεων και να προωθεί πραγματικά τη μεταρρύθμιση που έχει σήμερα ανάγκη ο τόπος.
2. Να απαιτήσει από το αρμόδιο Υπουργείο και την ΚΕΔΕ να σταματήσουν την ακραία αντιπαράθεση μεταξύ τους και να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, με γνώμονα το συμφέρον και μόνο της χώρας και των θεσμών.
3. Να ζητήσει από την Κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό επαρκή χρόνο διαβούλευσης με την Τοπική Αυτοδιοίκηση και την κοινωνία, τουλάχιστον δύο μηνών, για τη διαμόρφωση προτάσεων και ρυθμίσεων, οι οποίες θα δίνουν ουσιαστικές απαντήσεις σε όλα τα κρίσιμα για τη λειτουργία του κράτους θέματα που αναφέρθηκαν παραπάνω.
4. Για τον Εκλογικό Νόμο, ο οποίος προκαλεί και τη μεγαλύτερη αντίδραση, είναι απαραίτητο να διερευνηθεί από κοινού, άμεσα και να θεσμοθετηθεί ένα σύστημα αναλογικής εκπροσώπησης, σύμφωνα με τις πάγιες θέσης της Αυτοδιοίκησης, το οποίο θα ενεργοποιεί την κοινωνία, θα εμβαθύνει τη δημοκρατία, θα προωθεί συναινέσεις, συγκλίσεις και συνθέσεις και θα επιτρέπει στους Δήμους να κυβερνηθούν.
Να σημειωθεί ότι στο παραπάνω ψήφισμα συμφώνησαν οι δημοτικοί σύμβουλοι της συμπολίτευσης, πλην του Λευτέρη Δοβανά ο οποίος τάχτηκε υπέρ του «Κλεισθένη 1», και της μείζονος αντιπολίτευσης με τις παρατηρήσεις που κατέθεσε και αφορούσαν τη διαφωνία της επί της παραγράφου 2 σχετικά με την προτροπή προς την ΚΕΔΕ να σταματήσει την ακραία αντιπαράθεση, καθώς και την επιθυμία του επικεφαλής της να τονιστεί πιο έντονα η ανάγκη εφαρμογής του συντάγματος για την οικονομική αυτοτέλεια των δήμων, κάτι το οποίο όμως αναφέρεται δις στο κείμενο του ψηφίσματος.
Οι παρατάξεις «Γιάννενα Πολίτες για την Ανατροπή» και «Γιάννενα Τώρα» καταψήφισαν το προτεινόμενο ψήφισμα, ενώ δικό της κατέθεσε η «Λαϊκή Συσπείρωση» το οποίο στηρίχτηκε και από τη ΔΡΑΣΥ.