Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Ψήφιση Σ/Ν του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με τίτλο "Μέτρα για την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου σε θέματα εκπαίδευσης"

Στις 25 Μαΐου ψηφίστηκε από τη Βουλή το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με τίτλο ‘Μέτρα για την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου σε θέματα εκπαίδευσης’ με εισηγητή από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ τον βουλευτή κ. Ιωάννη Στέφο.
Ο κ. Στέφος στις εισηγήσεις του, τόσο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαλόγου στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, όσο και στη χτεσινή ολομέλεια της Βουλής, τόνισε την αναγκαιότητα νομοθετικής ρύθμισης του τρόπου επιλογής και τοποθέτησης των διευθυντών σχολικών...
μονάδων και Ε.Κ., εν όψει της όλως πρόσφατης απόφασης με αριθμό711/2017 της ολομέλειας του συμβουλίου της Επικρατείας. Συγκεκριμένα, δυνάμει της απόφασης αυτής πρόεκυψε η ανάγκη νομοθετικής αλλαγής του τρόπου επιλογής διευθυντών. Κατά συνέπεια, το υπουργείο έπρεπε πολύ άμεσα να νομοθετήσει έναν νέο τρόπο επιλογής, διότι η θητεία των υφιστάμενων λήγει τον Ιούλιο. Ο κ. Στέφος τόνισε, ότι η πρόταση του υπουργείου πέραν της συμμόρφωσης με την ανωτέρω απόφαση του (ΣτΕ) αντιμετωπίζει στο πρώτο άρθρο του νομοσχεδίου και ανισότητες κατά την μοριοδότηση, που εντοπίστηκαν στον νόμο 3848/2010. 

Συγκεκριμένα τρεις είναι οι άξονες πάνω στους οποίους βασίζεται η επιλογή των διευθυντών. Ο πρώτος είναι η εμπειρία στη διδακτική πράξη, ο δεύτερος είναι τα επιστημονικά κριτήρια (πτυχία, μεταπτυχιακά, διδακτορικά, ξένες γλώσσες κλπ.) και ο τρίτος η συνέντευξη, της οποίας τα μόρια έχουν μειωθεί σημαντικά σε σχέση με τον ν. 3848/2010, για να αποφευχθούν πρακτικές πριμοδότησης ημετέρων, οι οποίες παρατηρήθηκαν κατά το παρελθόν. Ακόμη, παντός τύπου ερευνητικές ή συγγραφικές και άλλου τύπου δραστηριότητες συμπεριλαμβάνονται στην τελική μοριοδότηση του υποψηφίου.
Επίσης, σύμφωνα με τον κ. Στέφο, μια πολύ σημαντική πλευρά του νόμου είναι η γνωμοδότηση του συλλόγου διδασκόντων για την προσωπικότητα κάποιου υποψήφιου διευθυντή, η οποία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το υπηρεσιακό συμβούλιο που διενεργεί τις συνεντεύξεις. Από αυτή τη γνωμοδότηση θα λείπει δυστυχώς η άποψη των αναπληρωτών, όχι με ευθύνη της κυβέρνησης αλλά επειδή έτσι ορίζεται από την απόφαση του ΣτΕ.
Σε άλλο σημείο των εισηγήσεών του ο βουλευτής επεσήμανε την διαδικασία συγκρότησης των διευρυμένων υπηρεσιακών συμβουλίων, τα οποία θα είναι επταμελή αποτελούμενα από αιρετούς, διευθυντές εκπαίδευσης και εκπαιδευτικούς, εξασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την όσο το δυνατό πιο αντικειμενική αποτίμηση του έργου των υποψηφίων. Από την άλλη, τόνισε την ανάγκη, τα υπηρεσιακά συμβούλια να λειτουργήσουν κατά τρόπο υπεύθυνο, τιμώντας το ρόλο του εκπαιδευτικού, έτσι ώστε να αποφευχθουν πρακτικές του παρελθόντος που δεν περιποιούν τιμή για τον κλάδο.
Ο κ. Στέφος ανέφερε στις εισηγήσεις του, ότι το νομοσχέδιο περιλαμβάνει και άλλα σημαντικά άρθρα που σχετίζονται με θέματα τριτοβάθμιας και επαγγελματικής εκπαίδευσης αλλά και για το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του ισλαμικού τεμένους της Αθήνας, το οποίο πολύ σύντομα θα γίνει πραγματικότητα ύστερα από μια καθυστέρηση 10 και πλέον χρόνων. Όπως υπογράμμισε στην ομιλία του ο βουλευτής, η αναγκαιότητα αυτή εκπορεύεται από τις αρχές της ανεξιθρησκίας αλλά αποτελεί και ένα από τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, η χάρτα των οποίων έχει υπογραφεί από τη χώρα μας. Η αναγκαιότητα ύπαρξης του τεμένους στην Αθήνα, η οποία είναι η μοναδική ευρωπαϊκή πρωτεύουσα χωρίς τέμενος, είναι μια αναγκαιότητα, την οποία οφείλει η ελληνική πολιτεία σε όλους εκείνους τους Έλληνες πολίτες, μετανάστες ή πρόσφυγες και επισκέπτες, οι οποίοι είναι μουσουλμάνοι και έχουν κάθε διακίωμα να χαίρουν ενός τόπου λατρείας, ανάλογα με εκείνον που χαίρουν οι χριστιανοί συμπολίτες. Επιπλέον, υπογράμμισε τις παραδοσιακά φιλικές σχέσεις που διατηρεί η Ελλάδα με τις αραβικές χώρες, γεγονός που επιβάλλει τον απόλυτο σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών των πολιτών που προέρχονται από φιλικές χώρες.
Κλείνοντας τις τοποθετήσεις του για το νομοσχέδιο ο κ. Στέφος αναστοχάστηκε πάνω στις δύο διαφορετικές ιδεολογίες που ξεδιπλώθηκαν, όσον αφορά την εκπαίδευση. Από τη μια είναι η πλευρά της ΝΔ, η οποία φαίνεται να αντιμετωπίζει το σχολείο, μέσα από το πρίσμα της ελεύθερης αγοράς, ως επιχείρηση που οφείλει να έχει χαλαρούς δεσμούς με το υπουργείο παιδείας και managers στην θέση των διευθυντών των σχολικών μονάδων. Από την άλλη είναι η οπτική του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία οραματίζεται ένα ελεύθερο, ανοιχτό, δημοκρατικό σχολείο, στο οποίο θα υπάρξει αναμόρφωση των αναλυτικών προγραμμάτων και των βιβλίων, με τους εκπαιδευτικούς ελεύθερους να διαμορφώνουν τη διδακτική και παιδαγωγική πολιτική του σχολείου με αποφασιστική συμμετοχή στις διαδικασίες και του οποίου οι διευθυντές θα είναι ‘σπλάχνα’ του εκπαιδευτικού κόσμου.